Translation of "swear" into Greek

ορκίζομαι, βρίζω, βλασφημώ are the top translations of "swear" into Greek.

swear adjective verb noun grammar

A swearword. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ορκίζομαι

    verb intr. να, ό,τι θα

    to take an oath [..]

    I promise you, I swear to you, there is no match to your act in town.

    Σου το υπόσχομαι, σου το ορκίζομαι, δεν υπάρχει σύγκριση στην παράστασή σου σε αυτή την πόλη.

  • βρίζω

    verb

    to curse, to use offensive language

    Tom swears a lot.

    Ο Τομ βρίζει πολύ.

  • βλασφημώ

    verb
  • Less frequent translations

    • βρισιά
    • βλαστήμια
    • βλαστημώ
    • ορκίζω
    • επιβεβαιώνω
    • καταριέμαι
    • εμπιστεύομαι
    • καταθέτω
    • διαβεβαιώνω
    • ορκοδοτώ
    • επιμένω
    • πιστεύω
    • δεσμεύομαι με όρκο
    • μαρτυράω
    • ομολογώ
    • παίρνω όρκο
    • παραδέχομαι
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "swear" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "swear" with translations into Greek

  • βλαστήμια · βρισιά · βωμολοχία
  • βρίζω · ορκίζομαι
  • τελετή ορκωμοσίας
  • βάζω το χέρι μου στη φωτιά · ορκίζομαι στο ιερό ευαγγέλιο
  • θα έπαιρνα όρκο
  • έχω απόλυτη εμπιστοσύνη σε κπ, κτ · ορκίζομαι σε κπ, κτ
  • δένω κπ με όρκο · δεσμεύω με όρκο σιωπής · ορκίζω κπ να μη μαρτυρήσει τίποτα
  • δηλώνω κτ ενόρκως · παίρνω όρκο για κτ
Add

Translations of "swear" into Greek in sentences, translation memory