Translation of "swelling" into Greek
πρήξιμο, φούσκωμα, οίδημα are the top translations of "swelling" into Greek.
swelling
noun
verb
grammar
The state of being swollen. [..]
-
πρήξιμο
NounYou can ice him, use oral meds to reduce his swelling.
Μπορείς να του βάλεις πάγο, να πάρει φάρμακα από το στόμα για να σταματήσει το πρήξιμο.
-
φούσκωμα
noun neuterWhen the swelling goes down, you'll be able to see it better.
Όταν περάσει το φούσκωμα, θα το δεις καλύτερα.
-
οίδημα
Noun -
εξόγκωμα
noun neuterOn the surface Sea level plunges, triggering a massive swell.
Στην επιφάνεια, το επίπεδο της θάλασσας βυθίζεται δημιουργώντας ένα τεράστιο εξόγκωμα.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "swelling" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "swelling" with translations into Greek
-
Αποθαλασσία · έξοχος · αναβλύζω · αποθαλασσία · αριστοκρατικός · γήλοφος · διογκώνομαι · διόγκωση · κομψός · κυματισμός · κύμα · οίδημα · ογκούμαι · πρήζομαι · ρεστία · σένιος · σικ · φίνος · φουσκοθαλασσιά · φουσκώνω · φούσκωμα · ύβωμα · ύψωμα
-
φουσκοθαλασσιά
-
φουσκώνω
-
αύξηση τάσης
-
πρήζομαι · φουσκώνω
-
Αποθαλασσία · έξοχος · αναβλύζω · αποθαλασσία · αριστοκρατικός · γήλοφος · διογκώνομαι · διόγκωση · κομψός · κυματισμός · κύμα · οίδημα · ογκούμαι · πρήζομαι · ρεστία · σένιος · σικ · φίνος · φουσκοθαλασσιά · φουσκώνω · φούσκωμα · ύβωμα · ύψωμα
-
πρήζομαι · φουσκώνω
-
Αποθαλασσία · έξοχος · αναβλύζω · αποθαλασσία · αριστοκρατικός · γήλοφος · διογκώνομαι · διόγκωση · κομψός · κυματισμός · κύμα · οίδημα · ογκούμαι · πρήζομαι · ρεστία · σένιος · σικ · φίνος · φουσκοθαλασσιά · φουσκώνω · φούσκωμα · ύβωμα · ύψωμα
Add example
Add