Translation of "syndicated" into Greek
ταυτόχρονης διανομής, αναμεταδιδόμενος, κοινοπρακτικός are the top translations of "syndicated" into Greek.
syndicated
adjective
verb
Simple past tense and past participle of syndicate. [..]
-
ταυτόχρονης διανομής
-
αναμεταδιδόμενος
-
κοινοπρακτικός
-
Less frequent translations
- πολυσυλλεκτικός
- που δημοσιεύεται ταυτόχρονα
- συμβεβλημένος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "syndicated" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "syndicated" with translations into Greek
-
Συνδικάτο · σπείρα κακοποιών · το συνδικάτο τού εγκλήματος
-
Αναρχοσυνδικαλισμός · αναρχοσυνδικαλισμός
-
Πλούσια σύνοψη ιστοχώρου
-
αναμετάδοση, αναδημοσίευση
-
συνδικαλισμός
-
Πλούσια σύνοψη ιστοχώρου
-
Συνδικάτο · αναδημοσιεύω · δημοσιεύω ταυτόχρονα · διαθέτω ταυτόχρονα · ειδησεογραφικό πρακτορείο · καρτέλ · κοινοπραξία · κύκλωμα · προβάλλω ταυτόχρονα · συνδέω · συνδικάτο · συνδικαλίζομαι · συνεργασία · όμιλος
Add example
Add