Translation of "taking hold" into Greek

αρπαγή, πιάσιμο, σύλληψη are the top translations of "taking hold" into Greek.

taking hold verb noun

Present participle of take hold. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αρπαγή

    noun
  • πιάσιμο

    noun
  • σύλληψη

    noun
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "taking hold" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "taking hold" with translations into Greek

  • αναλαμβάνω τη διοίκηση (+Γεν.) · αναχαιτίζω · αποκτώ · αρπάζω · βαστάω · κατακτώ · καταχτώ · κρατιέμαι από · κυριεύω · παίρνω στα χέρια μου · παίρνω τα ηνία (+Γεν.) · παίρνω το τιμόνι · παίρνω τον έλεγχο (+Γεν.) · πιάνομαι από · πιάνω · συγκρατώ
  • καθιερώνομαι
  • αιχμαλωτίζω · βαστώ · επικρατώ · κρατώ · ριζώνω
  • αναλαμβάνω τη διοίκηση (+Γεν.) · αναχαιτίζω · αποκτώ · αρπάζω · βαστάω · κατακτώ · καταχτώ · κρατιέμαι από · κυριεύω · παίρνω στα χέρια μου · παίρνω τα ηνία (+Γεν.) · παίρνω το τιμόνι · παίρνω τον έλεγχο (+Γεν.) · πιάνομαι από · πιάνω · συγκρατώ
  • αιχμαλωτίζω · βαστώ · επικρατώ · κρατώ · ριζώνω
Add

Translations of "taking hold" into Greek in sentences, translation memory