Translation of "thrashing" into Greek

κατατρόπωση, αλώνισμα, νίλα are the top translations of "thrashing" into Greek.

thrashing noun verb grammar

Present participle of thrash. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • κατατρόπωση

    noun

    A thrashing of Estonia has inspired multiethnic support for BiH 's football team and coach

    Η κατατρόπωση της Εσθονίας ενέπνευσε την πολυεθνική στήριξη της ομάδας ποδοσφαίρου και του προπονητή της Β- Ε

  • αλώνισμα

    noun

    You ́ re thrashing this place, you phonies.

    Είσαι αλώνισμα αυτό το μέρος, μπορείτε phonies.

  • νίλα

    noun
  • Less frequent translations

    • ξυλοδαρμός
    • ξυλοκόπημα
    • ξυλοφόρτωμα
    • πανωλεθρία
    • φιάσκο
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "thrashing" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "thrashing" with translations into Greek

  • Σημαίνει χτυπάω με δύναμη, δέρνω, καταχεριαζω, σπαρταράω ... είδος ροκ μουσικης · αλλάζω τα φώτα σε κπ, κτ · αλωνίζω · βαρώ · καταχερίζω · κοπανίζω · κρουω · κτυπώ · λιανίζω · ξυλοφορτώνω · ρημάζω · χτυπιέμαι · χτυπώ
  • Thrash Metal · θρας μέταλ
  • καταχτυπιέμαι · παραδέρνω · πλατσουρίζω σαν τρελός · στριφογυρίζω · χτυπιέμαι πέρα δώθε
  • Σημαίνει χτυπάω με δύναμη, δέρνω, καταχεριαζω, σπαρταράω ... είδος ροκ μουσικης · αλλάζω τα φώτα σε κπ, κτ · αλωνίζω · βαρώ · καταχερίζω · κοπανίζω · κρουω · κτυπώ · λιανίζω · ξυλοφορτώνω · ρημάζω · χτυπιέμαι · χτυπώ
  • Σημαίνει χτυπάω με δύναμη, δέρνω, καταχεριαζω, σπαρταράω ... είδος ροκ μουσικης · αλλάζω τα φώτα σε κπ, κτ · αλωνίζω · βαρώ · καταχερίζω · κοπανίζω · κρουω · κτυπώ · λιανίζω · ξυλοφορτώνω · ρημάζω · χτυπιέμαι · χτυπώ
  • Σημαίνει χτυπάω με δύναμη, δέρνω, καταχεριαζω, σπαρταράω ... είδος ροκ μουσικης · αλλάζω τα φώτα σε κπ, κτ · αλωνίζω · βαρώ · καταχερίζω · κοπανίζω · κρουω · κτυπώ · λιανίζω · ξυλοφορτώνω · ρημάζω · χτυπιέμαι · χτυπώ
Add

Translations of "thrashing" into Greek in sentences, translation memory