Translation of "thrusting" into Greek
γρονθοκόπημα is the translation of "thrusting" into Greek.
thrusting
noun
verb
grammar
Present participle of thrust. [..]
-
γρονθοκόπημα
noun
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "thrusting" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "thrusting" with translations into Greek
-
απωθώ · γρονθοκόπημα · επίθεση · κτύπημα · προωθώ · σπρώξιμο · σπρώχνω · τρυπώ · χτύπημα · ωθώ · ώθηση · ώση
-
αρχέγονο αντανακλαστικό εξώθησης τής γλώσσας
-
προχωρώ · προωθώ
-
μπήγω
-
απωθώ · γρονθοκόπημα · επίθεση · κτύπημα · προωθώ · σπρώξιμο · σπρώχνω · τρυπώ · χτύπημα · ωθώ · ώθηση · ώση
-
απωθώ · γρονθοκόπημα · επίθεση · κτύπημα · προωθώ · σπρώξιμο · σπρώχνω · τρυπώ · χτύπημα · ωθώ · ώθηση · ώση
-
απωθώ · γρονθοκόπημα · επίθεση · κτύπημα · προωθώ · σπρώξιμο · σπρώχνω · τρυπώ · χτύπημα · ωθώ · ώθηση · ώση
Add example
Add