Translation of "toll" into Greek
διόδια, φόρος, κόστος are the top translations of "toll" into Greek.
(transitive) To impose a fee for the use of. [..]
-
διόδια
noun n-pfee for using roads and bridges
Of the two players, Total has a leading position on the toll motorways market.
Από τις δύο δραστηριοποιούμενες στην αγορά επιχειρήσεις, η Total κατέχει ηγετική θέση στην αγορά αυτοκινητοδρόμων με διόδια.
-
φόρος
noun masculineAnd that pressure begins to take a toll.
Αυτή η πίεση αρχίζει να παίρνει έναν φόρο.
-
κόστος
noun neuterThey also impose a heavy toll on the economy and result in underutilisation of talent.
Επιβάλλουν επίσης βαρύ κόστος στην οικονομία και οδηγούν σε πλημμελή αξιοποίηση των ταλέντων.
-
Less frequent translations
- τίμημα
- απολογισμός
- πληρωμή
- αμοιβή
- διόδιο
- κωδωνισμός
- κουδούνισμα
- φορολογώ
- διαπύλιο τέλος
- δρόμος με διόδια
- επιπτώσεις
- με χρέωση
- υπεραστικό τέλος
- φόρος αίματος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "toll" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
-
Διόδια
Subject: Toll charges at the Kennedy tunnel in Belgium
Θέμα: Διόδια για τη σήραγγα Kennedy στο Βέλγιο
Phrases similar to "toll" with translations into Greek
-
χτυπάω καμπανάκι για
-
αριθμός ατελούς κλήσης
-
διόδια
-
Διόδια ανοικτού δρόμου
-
Ελάχιστα χαρακτηριστικά διαλειτουργικότητας διοδίων στους ευρωπαϊκούς δρόμους
-
τέλος διοδίων
-
Ευρωπαϊκή υπηρεσία ηλεκτρονικών διοδίων
-
Ηλεκτρονική είσπραξη διοδίων