Translation of "trafficking" into Greek
διακίνηση, δουλεμπόριο are the top translations of "trafficking" into Greek.
trafficking
noun
verb
grammar
The exploitative movement of people across borders [..]
-
διακίνηση
Human trafficking is a crime.
Η διακίνηση ανθρώπων είναι έγκλημα.
-
δουλεμπόριο
noun neuterThe trafficking in young women which is taking place in Europe today is a shame for our continent.
Το δουλεμπόριο νεαρών γυναικών που λαμβάνει χώρα στην Ευρώπη σήμερα αποτελεί όνειδος για την ήπειρό μας.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "trafficking" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "trafficking" with translations into Greek
-
έμπορος · διακινητής · δουλέμπορος · εμπορευόμενος · επιχειρηματίας · λαθρέμπορος · σωματέμπορος
-
δουλέμπορος
-
λαθρεμπόριο προσώπων · μεταφορά λαθρομεταναστών · παράνομη διακίνηση προσώπων
-
έμπορος ναρκωτικών
-
εμπόριο λευκής σαρκός · μαστροπεία · σωματεμπορία
-
ανθρώπινη εμπορία · δουλεμπόριο · εμπόριο λευκής σαρκός · μαστροπεία · σωματεμπορία, σωματεμπόριο
-
έμπορος όπλων
-
έμπορος · διακινητής · δουλέμπορος · εμπορευόμενος · επιχειρηματίας · λαθρέμπορος · σωματέμπορος
Add example
Add