Translation of "trial" into Greek
δίκη, δοκιμή, δοκιμασία are the top translations of "trial" into Greek.
an opportunity to test something out; a test. [..]
-
δίκη
noun feminineappearance at judicial court [..]
Hey, the person I am with is a victim in a sexual abuse trial.
Γεια σου, το πρόσωπο που είμαι μαζί είναι μια θύμα σεξουαλικής κακοποίησης δίκη.
-
δοκιμή
noun femininechance to test something out [..]
And I told you about a drug trial, and you turned around, and you burned me!
Σου είπα για τη δοκιμή φαρμάκου κι εσύ γύρισες και με έκαψες!
-
δοκιμασία
noun femininedifficult experience [..]
Second trial hit you a lot harder than that first one.
Η δεύτερη δοκιμασία σε έκανε πολύ χειρότερα από την πρώτη.
-
Less frequent translations
- δοκιμαστικός
- εκδίκαση
- πειραματικός
- τριπλός
- εξέταση
- αγωγή
- αντιξοότητα
- πείραμα
- δικαστικός
- τεστ
- πρόβλημα
- μήνυση
- ταλαιπωρία
- δεινοπάθημα
- προβάρισμα
- πόλωση
- αγωνία
- διεξαγωγή δίκης
- κατάσταση έντασης
- κλίμα πόλωσης
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "trial" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
-
Δοκιμή, προσπάθεια
Images with "trial"
Phrases similar to "trial" with translations into Greek
-
αναψηλάφηση δίκης · επανάληψη δίκης
-
καθίζω, κάθομαι στο εδώλιο · προσέρχομαι στο εδώλιο
-
προσδιορίζω δικάσιμο
-
μέθοδος δοκιμής-σφάλματος · μέθοδος με δοκιμή και πλάνη
-
περνώ δια πυρός και σιδήρου
-
φυγοδικία
-
Δοκιμής-σφάλματος
-
δικάζω · καθίζω στο εδώλιο · καθίζω στο σκαμνί · οδηγώ σε δίκη · παραπέμπω σε δίκη · προσάγω σε δίκη