Translation of "trimming" into Greek
ξάκρισμα, διακόσμηση, στολισμός are the top translations of "trimming" into Greek.
trimming
noun
verb
grammar
The act of someone who trims. [..]
-
ξάκρισμα
nounIn addition, the product is trimmed into a specific shape.
Ομοίως, το ξάκρισμα του προϊόντος του δίνει ιδιαίτερη όψη και σχήμα.
-
διακόσμηση
nouna Coach brand change purse with brown leather trim.
ένα πορτοφόλι μάρκας Coach, με καφέ δερμάτινη διακόσμηση.
-
στολισμός
noun
-
Less frequent translations
- ξακρίδι
- ρετάλι
- στολίδι
- απόκομμα
- απομεινάρι
- μικρομετρική ρύθμιση
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "trimming" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "trimming" with translations into Greek
-
γούνινη διακόσμηση
-
αποκοπή ασφαλείας
-
· «κουρεύω» · αποκόπτω · απόκομμα · γίνομαι · γαρνίρω · διακόσμηση · διευθέτηση · ελαττώνω · ισορροπία · ισορροπώ · κάνω περικοπές · καταντώ · κλάδευμα · κλαδεύω · κομψός · κόψιμο · μειώνω · ξακρίδι · ξακρίζω · περικόπτω · περιποιημένος · στολίζω · τάξη · τακτοποιώ
-
ποτενσιόμετρο μικρομετρικής ρύθμισης
-
κλαδεύω · κουρεύω
-
σημεία αποκοπής
-
γίνομαι · ελαττώνω · καταντώ
-
γίνομαι · ελαττώνω · καταντώ
Add example
Add