Translation of "trunking" into Greek
ζεύξη κέντρων, συγκαναλική λειτουργία are the top translations of "trunking" into Greek.
trunking
noun
grammar
All the electrical and communications cables bundled together and distributed through a building. [..]
-
ζεύξη κέντρων
-
συγκαναλική λειτουργία
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "trunking" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "trunking" with translations into Greek
-
Κατανεμητής ζευκτικών κυκλωμάτων
-
ζευκτικό καλώδιο
-
αποσκευές · βαλίτσα · κασέλα · κιβώτιο · κορμός · κορμός ανθρώπου · κορμός δέντρου · κορμός κολόνας · κόμβος · μαγιό · μπαούλο · πορτ μπαγκάζ · πορτ-μπαγκάζ · πορτμπαγκάζ · προβοσκίδα · σεντούκι · υπεραστική κλήση · χώρος αποσκευών
-
Όλα τα ζευκτικά κυκλώματα κατειλημμένα
-
κιλότα · σορτς · σώβρακο
-
κορμός
-
Λειτουργία συγκαναλικού τρόπου
-
Ζευκτικό κύκλωμα
Add example
Add