Translation of "truthful" into Greek

ειλικρινής, αληθής, αληθινός are the top translations of "truthful" into Greek.

truthful adjective grammar

Honest, and always telling the truth. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ειλικρινής

    adjective

    He kept all that from me, and now I realize he never was truthful.

    Μου τα κρατούσε όλα αυτά κρυφά, και κατάλαβα ότι ποτέ δεν ήταν ειλικρινής.

  • αληθής

    adjective

    Perhaps the purest truth is more obtuse than either one of us could possibly fathom.

    Ίσως η πιο αγνή αλήθεια είναι και η πιο αληθής από ότι θα μπορούσαμε να καταλάβουμε εμείς.

  • αληθινός

    adjective masculine

    I believed that someone who can create music as beautifully as you had to be telling the truth.

    Πίστεψα ότι κάποιος που μπορεί να κάνει τόσο ωραία μουσική, όπως εσύ, θα'πρεπε να είναι αληθινός.

  • Less frequent translations

    • πιστός
    • φιλαλήθης
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "truthful" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "truthful" with translations into Greek

  • μιλάω (με) τη γλώσσα τής αλήθειας · μιλάω ξεκάθαρα
  • ακεραιότητα · αλήθεια · αλήθεια ''f'' · γεγονός · ορθότητα · πραγματικότητα
  • αναμφισβήτητο γεγονός · απόλυτη αλήθεια · ευαγγελική αλήθεια
  • αρχή · θεμέλιο · προϋπόθεση
  • η πρώτη στιγμή όπου ο καταναλωτής έρχεται σε επαφή με ένα προϊόν
  • και τα μυαλά στα κάγκελα
  • εδώ που τα λέμε · η αλήθεια να λέγεται · μα την αλήθεια · ομολογουμένως · όλα κι όλα
  • η αλήθεια έρχεται στο φως · η αλήθεια βγαίνει στη φόρα
Add

Translations of "truthful" into Greek in sentences, translation memory