Translation of "uncertainness" into Greek
αβεβαιότητα, ανασφάλεια, διστακτικότητα are the top translations of "uncertainness" into Greek.
uncertainness
noun
grammar
The quality of being uncertain. [..]
-
αβεβαιότητα
noun feminineThis assessment does not include estimations of expected losses and recoveries which are inevitably highly uncertain.
Η εκτίμηση των κινδύνων δεν περιλαμβάνει αποτιμήσεις των αναμενόμενων ζημιών και των ανακτήσεων που αναπόφευκτα παρουσιάζουν υψηλή αβεβαιότητα.
-
ανασφάλεια
nounMany feel so uncertain in the ethical realm that they would rather forget it.
Πολλοί αισθάνονται τόση ανασφάλεια στον τομέα της ηθικής ώστε επιθυμούν να τον ξεχάσουν.
-
διστακτικότητα
noun
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "uncertainness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "uncertainness" with translations into Greek
-
άδηλος · άστατος · αβέβαιος · αμφίβολος · ασταθής · επισφαλής
-
χωρίς περιστροφές
-
αβέβαιου ετύμου · αγνώστου ετύμου
-
Ευμετάβλητο, Αβέβαιο, Πολύπλοκο, Αμφίρροπο
-
αβέβαιη έκβαση
-
άδηλος · άστατος · αβέβαιος · αμφίβολος · ασταθής · επισφαλής
-
άδηλος · άστατος · αβέβαιος · αμφίβολος · ασταθής · επισφαλής
-
άδηλος · άστατος · αβέβαιος · αμφίβολος · ασταθής · επισφαλής
Add example
Add