Translation of "underly" into Greek
διαπνέω, ελλοχεύω are the top translations of "underly" into Greek.
underly
adjective
verb
adverb
grammar
(dialectal) Poor; inferior. [..]
-
διαπνέω
Verb -
ελλοχεύω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "underly" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "underly" with translations into Greek
-
· βασικός · θεμελιώδης · υποβόσκων, -ουσα, -ον · υποκείμενος · υπολανθάνων · υπολανθάνων, -ουσα, -ον
-
θέμα · ρίζα
-
αποτελώ · αποτελώ τη βάση [+Γεν.] · βρίσκομαι κάτω ή πίσω από · βρίσκομαι πίσω από · βρίσκομαι στη ρίζα [+Γεν.] · διαπνέω · ελλοχεύω πίσω από, σε · προκαλώ · στηρίζομαι σε · υπάρχω κάτω ή πίσω από · υποβόσκω κάπου, σε κτ · υπόκειμαι
-
βαθύτερο αίτιο
-
πίνακας βάσης
-
· βασικός · θεμελιώδης · υποβόσκων, -ουσα, -ον · υποκείμενος · υπολανθάνων · υπολανθάνων, -ουσα, -ον
Add example
Add