Translation of "undertake" into Greek
αναλαμβάνω, επιχειρώ, αναδέχομαι are the top translations of "undertake" into Greek.
(transitive) To take upon oneself; to start, to embark on (a specific task etc.). [..]
-
αναλαμβάνω
verbIt may also undertake evaluation studies and organise seminars, colloquia or other meetings of experts.
Μπορεί επίσης να αναλάβει μελέτες αξιολόγησης και να διοργανώσει σεμινάρια, συμπόσια ή άλλες συνεδριάσεις εμπειρογνωμόνων.
-
επιχειρώ
verbIf we can prevent people from undertaking a dangerous journey which may put their lives at risk, this is a good thing.
Είναι θετικό να μπορούμε να αποτρέπουμε ανθρώπους από το να επιχειρούν ένα επικίνδυνο ταξίδι που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή τους.
-
αναδέχομαι
verbαναλαμβάνω την υποχρέωση
-
Less frequent translations
- παίρνω
- εγγυώμαι
- καταπιάνομαι
- συμβάλλομαι
- συνάπτω σύμβαση
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "undertake" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "undertake" with translations into Greek
-
κοινή επιχείρηση · κοινή επιχείρηση ΕΚΑΕ
-
ευρωπαϊκή επιχείρηση
-
αποκοτιά · τόλμημα
-
έργο · ανάληψη · αναδοχή · αναλαμβάνω · γραφείο κηδειών · εγχείρημα · επιχείρηση · συμφωνία
-
αναλαμβάνω την πρωτοβουλία να
-
ενιαία επιχείρηση
-
επιχείρηση Τύπου
-
επιχείρηση κοινού συμφέροντος