Translation of "upsurge" into Greek
έξαρση, έκρηξη, απότομη αύξηση are the top translations of "upsurge" into Greek.
upsurge
verb
noun
grammar
a sudden strong rise or flow [..]
-
έξαρση
α. Η απότομη και σημαντική αύξηση της έντασης ενός φαινομένου (πρβ. κλιμάκωση1) [ΜΗΛΝΕΓ]
-
έκρηξη
nounβ. Η απότομη αύξηση ή η αλματώδης εξέλιξη, ανάπτυξη σε κάποιον τομέα. - Χρήσεις: έκρηξη των κερδών/ του πληθωρισμού
-
απότομη αύξηση
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "upsurge" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add