Translation of "varying" into Greek
που ποικιλει,διαφερει is the translation of "varying" into Greek.
varying
noun
adjective
verb
grammar
Present participle of vary. [..]
-
που ποικιλει,διαφερει
Spice level varies greatly depending on the sub-region as well as the household itself.
(μπαχαρικο...υποπεριοχη,νοικοκυριο)
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "varying" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "varying" with translations into Greek
-
ίσως να δουλεύει διαφορετικά για εσένα · αυτή είναι απλά η γνώμη μου
-
Βάρη Αττικής
-
Μεταβάλλω, κυμαίνομαι
-
κυμαίνομαι από...σε
-
αλλάζω · αλλάσσω · διαφέρω · διαφοροποιώ · εμφανίζω, παρουσιάζω διακυμάνσεις · κυμαίνομαι · μεταβάλλω · παραλλάσσω · ποικίλλω
-
οι γνώμες διίστανται ως προς
-
ποικίλλω
-
αλλαγμένος · διάφορος · ετερόκλητος · ευρύς · ποικίλος
Add example
Add