Translation of "vigorously" into Greek
σθεναρά is the translation of "vigorously" into Greek.
vigorously
adverb
grammar
With intense energy, force or vigor [..]
-
σθεναρά
adverbYes, Noah exerted himself vigorously, but it was not too much.
Ναι, ο Νώε αγωνίσθηκε σθεναρά, αλλ’ αυτό δεν ήταν πάρα πολύ.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "vigorously" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "vigorously" with translations into Greek
-
· δύναμη · ενεργητικότητα · ευφυία · ρώμη · σθένος · σφρίγος
-
ακμαίος · δραστήριος · δυνατός · ενεργητικός · ζωηρός · ρωμαλέος · σθεναρός · σπαργωτός · σφοδρός
-
δύναμη
-
· δύναμη · ενεργητικότητα · ευφυία · ρώμη · σθένος · σφρίγος
-
ακμαίος · δραστήριος · δυνατός · ενεργητικός · ζωηρός · ρωμαλέος · σθεναρός · σπαργωτός · σφοδρός
-
ακμαίος · δραστήριος · δυνατός · ενεργητικός · ζωηρός · ρωμαλέος · σθεναρός · σπαργωτός · σφοδρός
Add example
Add