Translation of "volatility" into Greek
πτητικότητα, μεταβλητότητα, αστάθεια are the top translations of "volatility" into Greek.
The state of being volatile [..]
-
πτητικότητα
The property of a substance or substances to convert into vapor or gas without chemical change.
physical nature and physicochemical properties (e.g. pH, volatility, solubility, stability, reactivity with water
σύσταση και φυσικές και χημικές ιδιότητες (π.χ. pH, πτητικότητα, διαλυτότητα, σταθερότητα, αντίδραση με το νερό)·
-
μεταβλητότητα
feminineThe property of a substance or substances to convert into vapor or gas without chemical change.
The volatility of those share prices could be considered when estimating expected volatility.
Η μεταβλητότητα των τιμών εκείνων των μετοχών θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση της αναμενόμενης μεταβλητότητας.
-
αστάθεια
noun feminineThe property of a substance or substances to convert into vapor or gas without chemical change.
It also illustrates the volatility typical for this sector.
Καταδεικνύει, επίσης, την αστάθεια που χαρακτηρίζει τον συγκεκριμένο τομέα.
-
Less frequent translations
- πτητικός
- Πτητικότητα
- μεταβλητότητα, αστάθεια
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "volatility" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "volatility" with translations into Greek
-
πτητική ουσία
-
μη ασταθής, διατηρήσιμος
-
μη πτητικός αποθηκευτικός χώρος
-
μη πτητική ουσία
-
μη διατηρήσιμη μνήμη
-
· άστατος · αλλοπρόσαλλος · ανερμάτιστος · απρόβλεπτος · ασταθής · εκρηκτικός · επιπόλαιος · ευμετάβλητος · ευμετάβολος · εφήμερος · εύφλεκτος · προσωρινός · πτητικός · ρευστός
-
διατηρήσιμη μνήμη
-
Ευμετάβλητο, Αβέβαιο, Πολύπλοκο, Αμφίρροπο