Translation of "voyager" into Greek

ταξιδιώτης, ταξιδευτής, θαλασσοπόρος are the top translations of "voyager" into Greek.

voyager noun grammar

A person who voyages, traveller, a person who explores new lands and worlds. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ταξιδιώτης

    noun masculine

    An aesthetic voyager whose home is the road.

    Ένας αισθητικός ταξιδιώτης που σπίτι του είναι ο δρόμος.

  • ταξιδευτής

    masculine

    Voyager haven't reached his destination yet.

    Ο ταξιδευτής δεν έχει ακόμα φθάσει στον τελευταίο του προορισμό!

  • θαλασσοπόρος

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "voyager" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "voyager"

Phrases similar to "voyager" with translations into Greek

  • θαλασσοπορώ · ιστιοδρομώ · κρουαζιέρα · ταξίδι · ταξιδεύω · ταξιδεύω με πλοίο
  • Παρθενικό ταξίδι · ντεμπούτο · παρθενικό ταξίδι
  • καλό ταξίδι
  • Χρυσός δίσκος του Βόγιατζερ
  • θαλασσοπορώ · ιστιοδρομώ · κρουαζιέρα · ταξίδι · ταξιδεύω · ταξιδεύω με πλοίο
  • θαλασσοπορώ · ιστιοδρομώ · κρουαζιέρα · ταξίδι · ταξιδεύω · ταξιδεύω με πλοίο
  • θαλασσοπορώ · ιστιοδρομώ · κρουαζιέρα · ταξίδι · ταξιδεύω · ταξιδεύω με πλοίο
  • θαλασσοπορώ · ιστιοδρομώ · κρουαζιέρα · ταξίδι · ταξιδεύω · ταξιδεύω με πλοίο
Add

Translations of "voyager" into Greek in sentences, translation memory