Translation of "wakeful" into Greek
άγρυπνος, προσεκτικός are the top translations of "wakeful" into Greek.
wakeful
adjective
grammar
awake rather than sleeping [..]
-
άγρυπνος
adjective -
προσεκτικός
adjective
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "wakeful" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "wakeful" with translations into Greek
-
Νήσος Ουέηκ
-
έπειτα από · εξαιτίας · λόγω (+Γεν.) · στο πέρασμα [+Γεν.] · στον απόηχο +Γεν. · συνεπεία (+Γεν.) · ως αποτέλεσμα (+Γεν.) · ύστερα από
-
ξυπνάω με τα κοκόρια · ξυπνώ με τις κότες
-
αγρυπνία · αγρυπνώ · απόηχος · απόνερα (πλοίου) · αυλάκι · αφυπνίζω · ξυπνώ · συνέρχομαι
-
είμαι αγουροξυπνημένος
-
εφιάλτης για ξύπνιους
-
Δακτύλιος εξομάλυνσης ομόρρου
-
αφύπνιση
Add example
Add