Translation of "warming" into Greek

ζέσταμα, προθέρμανση, θέρμανση are the top translations of "warming" into Greek.

warming noun adjective verb grammar

Present participle of warm. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ζέσταμα

    noun

    First one warmed me up, this one brought it home.

    H πρώτη ήταv τo ζέσταμα, αυτή τo oλoκλήρωσε.

  • προθέρμανση

    noun

    Excuse me, but the pitcher's all warmed up and ready to take the mound.

    Συγνώμη αλλά μόλις τελείωσε η προθέρμανση για τον όγδοο γύρο.

  • θέρμανση

    noun feminine

    What's more, the observed warming is as much as predicted from the measured increase in carbon dioxide.

    Επιπλέον, η παρατηρούμενη θέρμανση είναι όση προβλέπεται από την μετρούμενη αύξηση στο διοξείδιο του άνθρακα.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "warming" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "warming" with translations into Greek

  • Παγκόσμια θέρμανση · επίδραση του φαινομένου του θερμοκηπίου · παγκόσμια αύξηση τής θερμοκρασίας · παγκόσμια θέρμανση · σταδιακή αύξηση · υπερθέρμανση του πλανήτη · υπερθέρμανση τού πλανήτη · φαινόμενο του θερμοκηπίου
  • ζέσταμα · ζεσταίνομαι · ζεσταίνω · προθερμαίνω
  • ζέσταμα · ζεσταίνω, προθέρμανση · προθέρμανση
  • θερμόαιμο ζώο
  • Θερμός, ζεστός
  • αφοσίωση · θερμότητα
  • θερμό λευκό
  • Θετικός · αναμμένος · εγκάρδιος · ζεσταίνομαι · ζεσταίνω · ζεστός · θερμαίνω · θερμός · κάνω · καλοδιάθετος · στοργικός · φιλόστοργος
Add

Translations of "warming" into Greek in sentences, translation memory