Translation of "warped" into Greek
διεστραμμένος is the translation of "warped" into Greek.
warped
adjective
verb
grammar
Distorted by warping; twisted out of shape [..]
-
διεστραμμένος
Προφανώς πρόκειται για κάποιον διεστραμμένο μπάσταρδο που κάνει πλάκα.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "warped" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "warped" with translations into Greek
-
βίδα · ιδιοτροπία · παραξενιά · στρέβλωση
-
Συστρέφω
-
αλλοιώνω · βίδα · διαστρέφω · ιδιοτροπία · κάμψη · λυγίζω · παραμορφώνω · παραξενιά · παραποιώ · σκεβρώνω · στημόνι · στρέβλωση · σχοινί
-
αναχρονισμός · χρονική παραμόρφωση · χρονοδίνη
-
παρακμή εν ακμή
-
περιτύλιξη
-
αλλοιώνω · βίδα · διαστρέφω · ιδιοτροπία · κάμψη · λυγίζω · παραμορφώνω · παραξενιά · παραποιώ · σκεβρώνω · στημόνι · στρέβλωση · σχοινί
-
αλλοιώνω · βίδα · διαστρέφω · ιδιοτροπία · κάμψη · λυγίζω · παραμορφώνω · παραξενιά · παραποιώ · σκεβρώνω · στημόνι · στρέβλωση · σχοινί
Add example
Add