Translation of "weakness" into Greek
αδυναμία, ατονία, μελαγχολία are the top translations of "weakness" into Greek.
weakness
noun
grammar
(uncountable) The condition of being weak. [..]
-
αδυναμία
noun femininecondition of being weak
What if Pell regards your silence as weakness rather than strength?
Και αν ο Πέλλ καταλάβει την σιωπή σου ως αδυναμία αντί για δύναμη?
-
ατονία
nounWage increases showed little sign of coming down against the background of weak economic activity and the continued slow growth in labour productivity.
Παρά την ατονία της οικονομικής δραστηριότητας και τον πάντοτε ασθενή ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, δεν υπάρχουν ενδείξεις για συγκράτηση των μισθολογικών αυξήσεων.
-
μελαγχολία
noun feminine
-
Less frequent translations
- αθημία
- ακεφία
- αδράνεια
- απάθεια
- αδιαφορία
- ισχνότητα
- ανημπόρια
- ανημποριά
- ασθενικότητα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "weakness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "weakness" with translations into Greek
-
Αδύναμος, ασθενής
-
αδύνατο σημείο · αχίλλειος πτέρνα · ευαίσθητο σημείο · τρωτό σημείο
-
ασθενής αλληλεπίδραση
-
, ευκαιριών και απειλών
-
ασθενές ρεύμα
-
αδύναμος · αδύνατη · αδύνατο · αδύνατος · ανίσχυρος · ασθενής
-
άμυαλος
-
μια στιγμή αδυναμίας
Add example
Add