Translation of "well-off" into Greek
εύπορος, πλούσιος are the top translations of "well-off" into Greek.
well-off
adjective
grammar
Alternative spelling of well off. [..]
-
εύπορος
He should be honest and caring and well-off and handsome!
Να είναι ειλικρινής, τρυφερός και εύπορος και όμορφος!
-
πλούσιος
adjective masculineBetween me and Alfie's father, we're well off.
Εγώ κι ο πατέρας του Άλφι είμαστε πολύ πλούσιοι.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "well-off" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "well-off" with translations into Greek
-
αποκατεστημένος · ευκατάστατος · εύπορος · πλούσιος
-
αποκατεστημένος · ευκατάστατος · εύπορος · πλούσιος
-
αποκατεστημένος · ευκατάστατος · εύπορος · πλούσιος
-
αποκατεστημένος · ευκατάστατος · εύπορος · πλούσιος
-
αποκατεστημένος · ευκατάστατος · εύπορος · πλούσιος
Add example
Add