Translation of "wisely" into Greek
με σύνεση, με φρόνηση, συνετά are the top translations of "wisely" into Greek.
wisely
adverb
grammar
In a wise manner; using good judgement. [..]
-
με σύνεση
-
με φρόνηση
-
συνετά
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "wisely" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "wisely" with translations into Greek
-
ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ' αλεύρι
-
Λέων ΣΤ’
-
πάνσοφος
-
σύγκριση bit προς bit
-
Σύμφωνα με τους δείκτες του ρολογιού
-
κάνω τον έξυπνο σε · πουλάω πνεύμα σε
-
Προσέξτε καλά τα λόγια σας, μαντάμ, γιατί μπορεί να είναι και τα τελευταία σας.
-
έξυπνος · αγχίνους · γνωστικός · λογικός · μυαλωμένος · σοφός · συνετός · τρόπος · φρόνιμος
Add example
Add