Translation of "worshiper" into Greek
λάτρης, πιστός are the top translations of "worshiper" into Greek.
worshiper
noun
grammar
Alternative spelling of worshipper. [..]
-
λάτρης
noun masculineIdol worshipers wrongly attribute superhuman powers to their objects of veneration.
Οι λάτρεις των ειδώλων αποδίδουν εσφαλμένα υπερανθρώπινες δυνάμεις στα αντικείμενα της ευλάβειάς τους.
-
πιστός
noun masculineApparently there's a rumor going around amongst certain Wraith worshipers about one of our people being held captive.
Προφανώς κυκλοφορεί κάποια φήμη ανάμεσα σε κάποιους πιστούς των Ρέηθ... πως ένας από τους ανθρώπους μας κρατείται αιχμάλωτος.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "worshiper" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "worshiper" with translations into Greek
-
ηλιολατρία
-
ζωοθεϊσμός · ζωολατρία
-
θρησκεύω, -ομαι · λατρεία · λατρεύω · προσκύνημα · τιμώ
-
ειδωλολάτρης
-
εκκλησία · ευκτήριος οίκος · ναός · οίκος λατρείας · οίκος του Θεού · τόπος λατρείας
-
δαιμονολατρία
-
εκκλησία · ευκτήριος οίκος · ναός · οίκος του Θεού · τόπος λατρείας
-
έχω, κάνω κπν εικόνισμα
Add example
Add