Translation of "worthlessness" into Greek

αναξιότητα, αναξιοσύνη, απαξία are the top translations of "worthlessness" into Greek.

worthlessness noun grammar

The quality of lacking worth, of being valueless, useless or devoid of benefit. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αναξιότητα

    noun

    You play with men's lives to have money to live in worthlessness.

    Παίζεις με τις ζωές των ανθρώπων για να βγάλεις χρήματα και να ζήσεις στην αναξιότητα.

  • αναξιοσύνη

    noun
  • απαξία

    Noun
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "worthlessness" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "worthlessness" with translations into Greek

  • άρχηστος · άχρηστος · ανάξιος · ανεπρόκοπος · ευτελής · σκάρτος · τζούφιος · τιποτένιος · χωρίς αξίαν
  • δεν έχει αντίκρισμα
  • άρχηστος · άχρηστος · ανάξιος · ανεπρόκοπος · ευτελής · σκάρτος · τζούφιος · τιποτένιος · χωρίς αξίαν
  • δεν έχει αντίκρισμα
  • άρχηστος · άχρηστος · ανάξιος · ανεπρόκοπος · ευτελής · σκάρτος · τζούφιος · τιποτένιος · χωρίς αξίαν
  • άρχηστος · άχρηστος · ανάξιος · ανεπρόκοπος · ευτελής · σκάρτος · τζούφιος · τιποτένιος · χωρίς αξίαν
  • άρχηστος · άχρηστος · ανάξιος · ανεπρόκοπος · ευτελής · σκάρτος · τζούφιος · τιποτένιος · χωρίς αξίαν
Add

Translations of "worthlessness" into Greek in sentences, translation memory