Translation of "ageing" into Ancient Greek (to 1453)
γήρανσις is the translation of "ageing" into Ancient Greek (to 1453).
ageing
adjective
noun
verb
grammar
(UK) Present participle of age. [..]
-
γήρανσις
-
Show algorithmically generated translations
Phrases similar to "ageing" with translations into Ancient Greek (to 1453)
-
αἰών · γενεά · γηράσκω · καιρός · χρόνος
-
γῆρας · ὑπέργηρων
-
αἰών · γενεά · γηράσκω · καιρός · χρόνος
-
αἰών · γενεά · γηράσκω · καιρός · χρόνος
-
αἰών · γενεά · γηράσκω · καιρός · χρόνος
-
αἰών · γενεά · γηράσκω · καιρός · χρόνος
-
αἰών · γενεά · γηράσκω · καιρός · χρόνος
-
αἰών · γενεά · γηράσκω · καιρός · χρόνος
Add example
Add