Translation of "armed" into Ancient Greek (to 1453)
ἐν τοῖς ὅπλοις is the translation of "armed" into Ancient Greek (to 1453).
armed
adjective
verb
grammar
Equipped, especially with a weapon. [..]
-
ἐν τοῖς ὅπλοις
-
Show algorithmically generated translations
Phrases similar to "armed" with translations into Ancient Greek (to 1453)
-
βραχίων · κέρας · κατατομή · ἀπορρώξ
-
βραχίων · κέρας · κατατομή · ἀπορρώξ
-
βραχίων · κέρας · κατατομή · ἀπορρώξ
-
βραχίων · κέρας · κατατομή · ἀπορρώξ
-
βραχίων · κέρας · κατατομή · ἀπορρώξ
-
βραχίων · κέρας · κατατομή · ἀπορρώξ
-
βραχίων · κέρας · κατατομή · ἀπορρώξ
-
βραχίων · κέρας · κατατομή · ἀπορρώξ
Add example
Add