Translation of "believable" into Ancient Greek (to 1453)

εὔλογος, ἐπίδοξος are the top translations of "believable" into Ancient Greek (to 1453).

believable adjective grammar

Capable of being believed; credible. [..]

+ Add

English-Ancient Greek (to 1453) dictionary

  • εὔλογος

  • ἐπίδοξος

  • Show algorithmically generated translations

Phrases similar to "believable" with translations into Ancient Greek (to 1453)

  • διανοέομαι · δοκέω · δοξάζω · νομίζω · οἴομα · πιστεύω · ἐννοέω
  • διανοέομαι · δοκέω · δοξάζω · νομίζω · οἴομα · πιστεύω · ἐννοέω
  • διανοέομαι · δοκέω · δοξάζω · νομίζω · οἴομα · πιστεύω · ἐννοέω
  • διανοέομαι · δοκέω · δοξάζω · νομίζω · οἴομα · πιστεύω · ἐννοέω
  • διανοέομαι · δοκέω · δοξάζω · νομίζω · οἴομα · πιστεύω · ἐννοέω
  • διανοέομαι · δοκέω · δοξάζω · νομίζω · οἴομα · πιστεύω · ἐννοέω
  • διανοέομαι · δοκέω · δοξάζω · νομίζω · οἴομα · πιστεύω · ἐννοέω
  • διανοέομαι · δοκέω · δοξάζω · νομίζω · οἴομα · πιστεύω · ἐννοέω
Add

Translations of "believable" into Ancient Greek (to 1453) in sentences, translation memory