Translation of "building" into Ancient Greek (to 1453)
οἰκοδομή, δόμος, δῶμα are the top translations of "building" into Ancient Greek (to 1453).
building
noun
verb
grammar
(uncountable) The act or process of building. [..]
-
οἰκοδομή
noun -
δόμος
-
δῶμα
Noun
-
Less frequent translations
- οἰκία
- οἴκημα
-
Show algorithmically generated translations
Images with "building"
Phrases similar to "building" with translations into Ancient Greek (to 1453)
-
αἴρω · δέμας · δέμω · διάρθρωσις · κτίζω · μηχανάομαι · οἰκοδομέω · πήγνυμι · ποιέω · τεύχω · ἀνάγω · ἀναπλάσματα τῶν σωμάτων · ἐγείρω · ἐγκαθίζω · ἐκπονέω · ἐλαύνω · ἐνδέμω · ἐνοικοδομέω · ἐντειχίζω · ἵστημι
-
ἐποικοδομέω
-
δέμας · διάρθρωσις · ἀναπλάσματα τῶν σωμάτων
-
αἴρω · δέμας · δέμω · διάρθρωσις · κτίζω · μηχανάομαι · οἰκοδομέω · πήγνυμι · ποιέω · τεύχω · ἀνάγω · ἀναπλάσματα τῶν σωμάτων · ἐγείρω · ἐγκαθίζω · ἐκπονέω · ἐλαύνω · ἐνδέμω · ἐνοικοδομέω · ἐντειχίζω · ἵστημι
-
αἴρω · δέμας · δέμω · διάρθρωσις · κτίζω · μηχανάομαι · οἰκοδομέω · πήγνυμι · ποιέω · τεύχω · ἀνάγω · ἀναπλάσματα τῶν σωμάτων · ἐγείρω · ἐγκαθίζω · ἐκπονέω · ἐλαύνω · ἐνδέμω · ἐνοικοδομέω · ἐντειχίζω · ἵστημι
-
αἴρω · δέμας · δέμω · διάρθρωσις · κτίζω · μηχανάομαι · οἰκοδομέω · πήγνυμι · ποιέω · τεύχω · ἀνάγω · ἀναπλάσματα τῶν σωμάτων · ἐγείρω · ἐγκαθίζω · ἐκπονέω · ἐλαύνω · ἐνδέμω · ἐνοικοδομέω · ἐντειχίζω · ἵστημι
-
αἴρω · δέμας · δέμω · διάρθρωσις · κτίζω · μηχανάομαι · οἰκοδομέω · πήγνυμι · ποιέω · τεύχω · ἀνάγω · ἀναπλάσματα τῶν σωμάτων · ἐγείρω · ἐγκαθίζω · ἐκπονέω · ἐλαύνω · ἐνδέμω · ἐνοικοδομέω · ἐντειχίζω · ἵστημι
-
αἴρω · δέμας · δέμω · διάρθρωσις · κτίζω · μηχανάομαι · οἰκοδομέω · πήγνυμι · ποιέω · τεύχω · ἀνάγω · ἀναπλάσματα τῶν σωμάτων · ἐγείρω · ἐγκαθίζω · ἐκπονέω · ἐλαύνω · ἐνδέμω · ἐνοικοδομέω · ἐντειχίζω · ἵστημι
Add example
Add