Translation of "ending" into Ancient Greek (to 1453)

κατάληξις, κατάπαυμα, τέλος are the top translations of "ending" into Ancient Greek (to 1453).

ending noun verb grammar

Present participle of end. [..]

+ Add

English-Ancient Greek (to 1453) dictionary

  • κατάληξις

  • κατάπαυμα

  • τέλος

  • Less frequent translations

    • ἀκροτελεύτιον
    • ἐξαγωγή
  • Show algorithmically generated translations

Images with "ending"

Phrases similar to "ending" with translations into Ancient Greek (to 1453)

  • εἰς τὴν τελευτήν
  • end
    καταπαύω · τέλος · τελέω · τελευτή · ἀγκών · ἀκρωτήριον · ἀκρότης · ἄκρα · ἄκρον · ἐσχατιά · ἔσχατον
  • opíso · ópise · ópisthen
  • λοίσθιον
  • end
    καταπαύω · τέλος · τελέω · τελευτή · ἀγκών · ἀκρωτήριον · ἀκρότης · ἄκρα · ἄκρον · ἐσχατιά · ἔσχατον
  • end
    καταπαύω · τέλος · τελέω · τελευτή · ἀγκών · ἀκρωτήριον · ἀκρότης · ἄκρα · ἄκρον · ἐσχατιά · ἔσχατον
  • end
    καταπαύω · τέλος · τελέω · τελευτή · ἀγκών · ἀκρωτήριον · ἀκρότης · ἄκρα · ἄκρον · ἐσχατιά · ἔσχατον
  • end
    καταπαύω · τέλος · τελέω · τελευτή · ἀγκών · ἀκρωτήριον · ἀκρότης · ἄκρα · ἄκρον · ἐσχατιά · ἔσχατον
Add

Translations of "ending" into Ancient Greek (to 1453) in sentences, translation memory