Translation of "fasting" into Ancient Greek (to 1453)

ἀπό-παστος, ον is the translation of "fasting" into Ancient Greek (to 1453).

fasting noun verb grammar

Present participle of fast. [..]

+ Add

English-Ancient Greek (to 1453) dictionary

  • ἀπό-παστος, ον

    LSJ; Opp. H. 1.299

  • Show algorithmically generated translations

Phrases similar to "fasting" with translations into Ancient Greek (to 1453)

  • αἶψα · εὐκινήτως · θοῶς · καρπάλιμος · καρπαλίμως · κραιπνῶς · πολλός · τάχα · ταχύς · ἀόκνως · ἐμμαπέως · ἐπιτροχάδην · ὀξέως
  • αἶψα · εὐκινήτως · θοῶς · καρπάλιμος · καρπαλίμως · κραιπνῶς · πολλός · τάχα · ταχύς · ἀόκνως · ἐμμαπέως · ἐπιτροχάδην · ὀξέως
  • αἶψα · εὐκινήτως · θοῶς · καρπάλιμος · καρπαλίμως · κραιπνῶς · πολλός · τάχα · ταχύς · ἀόκνως · ἐμμαπέως · ἐπιτροχάδην · ὀξέως
  • αἶψα · εὐκινήτως · θοῶς · καρπάλιμος · καρπαλίμως · κραιπνῶς · πολλός · τάχα · ταχύς · ἀόκνως · ἐμμαπέως · ἐπιτροχάδην · ὀξέως
  • αἶψα · εὐκινήτως · θοῶς · καρπάλιμος · καρπαλίμως · κραιπνῶς · πολλός · τάχα · ταχύς · ἀόκνως · ἐμμαπέως · ἐπιτροχάδην · ὀξέως
  • αἶψα · εὐκινήτως · θοῶς · καρπάλιμος · καρπαλίμως · κραιπνῶς · πολλός · τάχα · ταχύς · ἀόκνως · ἐμμαπέως · ἐπιτροχάδην · ὀξέως
  • αἶψα · εὐκινήτως · θοῶς · καρπάλιμος · καρπαλίμως · κραιπνῶς · πολλός · τάχα · ταχύς · ἀόκνως · ἐμμαπέως · ἐπιτροχάδην · ὀξέως
  • αἶψα · εὐκινήτως · θοῶς · καρπάλιμος · καρπαλίμως · κραιπνῶς · πολλός · τάχα · ταχύς · ἀόκνως · ἐμμαπέως · ἐπιτροχάδην · ὀξέως
Add

Translations of "fasting" into Ancient Greek (to 1453) in sentences, translation memory