Translation of "murderer" into Ancient Greek (to 1453)

φονεύς, κτάντας, ὀλετήρ are the top translations of "murderer" into Ancient Greek (to 1453).

murderer noun grammar

A person who commits murder. [..]

+ Add

English-Ancient Greek (to 1453) dictionary

  • φονεύς

    noun
  • κτάντας

  • ὀλετήρ

  • Show algorithmically generated translations

Phrases similar to "murderer" with translations into Ancient Greek (to 1453)

  • φονεύς αὑτοῦ
  • αἱρέω · δηϊόω · διαφθείρω · θάνατος · θανατόω · κατακτείνω · καταφονεύω · κατεναίρω · κτείνω · φονή · φόνος · ἀποκτείνω · ἐναίρω · ἐξεναίρω
  • αἱματόεις, -όεσσα, -όεν · ἀνδρο-θνής , ῆτος, ὁ, ἡ, · ἀνδροδάικτος
  • κορίδιον κακόηθές τε καὶ θανατηφόρον
  • αἱματόεις, -όεσσα, -όεν · ἀνδρο-θνής , ῆτος, ὁ, ἡ, · ἀνδροδάικτος
  • αἱρέω · δηϊόω · διαφθείρω · θάνατος · θανατόω · κατακτείνω · καταφονεύω · κατεναίρω · κτείνω · φονή · φόνος · ἀποκτείνω · ἐναίρω · ἐξεναίρω
  • αἱρέω · δηϊόω · διαφθείρω · θάνατος · θανατόω · κατακτείνω · καταφονεύω · κατεναίρω · κτείνω · φονή · φόνος · ἀποκτείνω · ἐναίρω · ἐξεναίρω
  • κορίδιον κακόηθές τε καὶ θανατηφόρον
Add

Translations of "murderer" into Ancient Greek (to 1453) in sentences, translation memory