Translation of "open" into Ancient Greek (to 1453)
οιγω, ἀνοίγω are the top translations of "open" into Ancient Greek (to 1453).
open
adjective
verb
noun
grammar
(not comparable) Which is not closed; accessible; unimpeded; as, an open gate. [..]
-
οιγω
to open to someone
οιγω τινι
-
ἀνοίγω
to make something accessible
-
Show algorithmically generated translations
Images with "open"
Phrases similar to "open" with translations into Ancient Greek (to 1453)
-
πέλαγος
-
διαύγεια · κατάδημα · κεχηνός · στόμιον · τρώγλη · ἀνάπτυξις
-
διαύγεια · κατάδημα · κεχηνός · στόμιον · τρώγλη · ἀνάπτυξις
-
διαύγεια · κατάδημα · κεχηνός · στόμιον · τρώγλη · ἀνάπτυξις
-
διαύγεια · κατάδημα · κεχηνός · στόμιον · τρώγλη · ἀνάπτυξις
-
διαύγεια · κατάδημα · κεχηνός · στόμιον · τρώγλη · ἀνάπτυξις
-
διαύγεια · κατάδημα · κεχηνός · στόμιον · τρώγλη · ἀνάπτυξις
-
διαύγεια · κατάδημα · κεχηνός · στόμιον · τρώγλη · ἀνάπτυξις
Add example
Add