Translation of "slanderous" into Ancient Greek (to 1453)

διάβολος (2) is the translation of "slanderous" into Ancient Greek (to 1453).

slanderous adjective grammar

(of something said) Both untrue and harmful to a reputation. [..]

+ Add

English-Ancient Greek (to 1453) dictionary

  • διάβολος (2)

    LSJ

  • Show algorithmically generated translations

Phrases similar to "slanderous" with translations into Ancient Greek (to 1453)

  • ὁ διάβολος
  • ζάβολος
  • δυστομέω · κακολογέω · καταψεύδομαι · συγκαταψεύδομαι · συκοφαντέω · ἐνδιαβάλλω · ἐπισυκοφαντέω
  • δυστομέω · κακολογέω · καταψεύδομαι · συγκαταψεύδομαι · συκοφαντέω · ἐνδιαβάλλω · ἐπισυκοφαντέω
  • δυστομέω · κακολογέω · καταψεύδομαι · συγκαταψεύδομαι · συκοφαντέω · ἐνδιαβάλλω · ἐπισυκοφαντέω
  • δυστομέω · κακολογέω · καταψεύδομαι · συγκαταψεύδομαι · συκοφαντέω · ἐνδιαβάλλω · ἐπισυκοφαντέω
  • δυστομέω · κακολογέω · καταψεύδομαι · συγκαταψεύδομαι · συκοφαντέω · ἐνδιαβάλλω · ἐπισυκοφαντέω
Add

Translations of "slanderous" into Ancient Greek (to 1453) in sentences, translation memory