Translation of "abocado" into Greek

αναγκασμένος, καταδικασμένος, προορισμένος are the top translations of "abocado" into Greek.

abocado adjective verb masculine grammar
+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • αναγκασμένος

    μετοχή αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    που υποχρεούται να κάνει κάτι που δεν θέλει

    Mañueco llega a la campaña abocado a apoyarse en la ultraderecha para gobernar, según las encuestas. El PP no lograría la mayoría absoluta. La caída de Ciudadanos y el auge de Vox obligarían a Mañueco a aliarse con la ultraderecha si quiere conservar el gobierno.

    Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ο Mañueco φτάνει στην εκστρατεία αναγκασμένος να στηριχθεί στην ακροδεξιά για να κυβερνήσει. Το PP δεν θα πετύχαινε την απόλυτη πλειοψηφία. Η πτώση του Ciudadanos και η άνοδος του Vox θα ανάγκαζαν τον Mañueco να συμμαχήσει με την ακροδεξιά αν θέλει να διατηρήσει την κυβέρνηση.

  • καταδικασμένος

    μετοχή αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    αυτός που είναι προορισμένος να πάθει κάτι πολύ δυσάρεστο

    Una empresa fabricante de armas abocada al desastre económico por los conflictos laborales es el telón de fondo del relato de Javier Miranda.

    Μια εταιρεία κατασκευής όπλων καταδικασμένη σε οικονομική καταστροφή λόγω των εργασιακών συγκρούσεων είναι το σκηνικό της ιστορίας του Χαβιέ Μιράντα.

  • προορισμένος

    μετοχή αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    που προορίζεται εκ των προτέρων ως προς τη μελλοντική πορεία, την εξέλιξη ή την κατάληξη

    Es cierto que su plan era ineficaz y abocado al fracaso.

    Είναι αλήθεια ότι το σχέδιό του ήταν αναποτελεσματικό και προορισμένο να αποτύχει.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "abocado" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "abocado" with translations into Greek

  • αδειάζω · μπαίνω · οδεύω · οδηγώ · στήνω · χύνομαι
Add

Translations of "abocado" into Greek in sentences, translation memory