Translation of "acontecer" into Greek
αφικνούμαι, φθάνω, συμβαίνω are the top translations of "acontecer" into Greek.
acontecer
verb
grammar
(Para un evento) Tener una existencia real. [..]
-
αφικνούμαι
verb -
φθάνω
verb -
συμβαίνω
ρήμα(3ο πρόσωπο) 1. γίνεται (για ένα γεγονός, πράξη, συμβάν, περιστατικό) απροσδόκητο ή συμπτωματικό 2. συχνά για δυσάρεστα γεγονότα που ο άνθρωπος αποδίδει στην "κακιά στιγμή", στη μοίρα, στο Θεό, για τα οποία δεν θέλει ή δεν μπορεί ή δεν συνηθίζει να καταλογίζει ευθύνη στο άτομο 3. ουδέτερη χρήση για ενημέρωση
Aconteció lo que ya esperábamos.
Αυτό που περιμέναμε συνέβη.
-
Less frequent translations
- συμβεί
- γίνεται
- λαμβάνει χώρα
- πραγματοποιείται
- συμβαίνει
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "acontecer" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add