Translation of "acritud" into Greek

δηκτικότητα, καυστικότητα, οξύτητα are the top translations of "acritud" into Greek.

acritud noun feminine grammar
+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • δηκτικότητα

    ουσιαστικό θηλυκό

    η ιδιότητα εκείνου που είναι οξύς, προσβλητικός στα λόγια, στο ύφος.

    Oh, qué bien que te das cuenta, dijo ella con acritud.

    Ω, τι καλά που το συνειδητοποιείς, είπε με δηκτικότητα.

  • καυστικότητα

    ουσιαστικό θηλυκό

    (μτφ.) για λόγια ειρωνικά που έχουν ως στόχο να ενοχλήσουν ή να προσβάλουν

    Lucio habla con acritud de su época en la universidad.

    Ο Lucio μιλάει με καυστικότητα για το χρόνο του στο πανεπιστήμιο.

  • οξύτητα

    ουσιαστικό θηλυκό

    κατάσταση εχθρότητας που φτάνει σε σημείο σύγκρουσης

    Ha habido mucha acritud entre las dos familias desde el tormentoso divorcio de Julia y Antonio.

    Υπήρξε μεγάλη οξύτητα μεταξύ των δύο οικογενειών μετά από το θυελλώδες διαζύγιο της Τζούλια και του Αντόνιο.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "acritud" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Add

Translations of "acritud" into Greek in sentences, translation memory