Translation of "afectar" into Greek
επηρεάζω, βλάπτω, προσβάλλω are the top translations of "afectar" into Greek.
Tener un efecto sobre.
-
επηρεάζω
verbFumar afecta a tu salud.
Το κάπνισμα επηρεάζει την υγεία σου.
-
βλάπτω
verbDe lo contrario, se vería sustancialmente afectado el concepto de la unificación europea.
Διαφορετικά, αυτό θα έβλαπτε σημαντικά την ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
-
προσβάλλω
ρήμα1, ενεργώ, δρω βλαπτικά, βλάπτω ή κάνω να νοσήσει: (Ο ιός προσβάλλει τις αμυγδαλές) 2. φέρομαι κατά τρόπο υβριστικό, μειωτικό απέναντι σε κπ. ή σε κτ., θίγω την τιμή, την υπόληψη κάποιου
1. El cáncer afecta a muchos órganos y tejidos del cuerpo. 2. No me afecta que tu madre no me quiera en su casa.
1. Ο καρκίνος προσβάλλει πολλά όργανα και ιστούς του σώματος. 2. Δεν με προσβάλλει το γεγονός ότι η μητέρα σου δεν με θέλει στο σπίτι της.
-
Less frequent translations
- συγκινώ
- προσποιούμαι
- παριστάνω
- δρω
- επιδρώ
- υποκρίνομαι
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "afectar" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "afectar" with translations into Greek
-
"αδυναμία" · αγάπη · αφοσίωση · διορισμένος · ενδιαφέρον · επιθυμία · επιρρεπής · ζεστασιά · θαλπωρή · θερμότητα · λαχτάρα · πάσχων · προορισμένος · στοργή · συγκίνηση · συμπάθεια · συναίσθημα · τρυφερότητα · υποκείμενος · χαϊδευτικό
-
Πιθανότητα κινδύνου, Δυνατότητα αναπαραγωγής, Δυνατότητα εκμετάλλευσης, Χρήστες που επηρεάζονται, Δυνατότητα εντοπισμού
-
υποκοριστικό · χαϊδευτικό
-
ενοχλημένος · επιτηδευμένος · πληγείς · που επηρεάζεται