Translation of "aferrarse" into Greek

προσκολλώμαι, αγκιστρώνομαι, γαντζώνομαι are the top translations of "aferrarse" into Greek.

aferrarse verb
+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • προσκολλώμαι

    ρήμα

    μένω προσηλωμένος σε μια άποψη, σε μια ιδέα, σε μια ιδεολογία με αποτέλεσμα συνήθ. να μην μπορώ να υιοθετήσω νέες ιδέες ή να ασχοληθώ με κτ. άλλο

    Se aferra a su opinión porque no sabe escuchar.

    Προσκολλάται στη γνώμη του επειδή δεν ξέρει να ακούει.

  • αγκιστρώνομαι

    verb

    1. πιάνομαι γερά πάνω σε κάτι ή κάποιον 2. (μτφ.) εξαρτώμαι (κυρ συναισθηματικά) από κάποιον, γαντζώνομαι

    Cuando estaba embarazada, mi madre se aferró al curandero.

    Όταν ήμουν έγκυος, η μητέρα μου αγκιστρώθηκε στον θεραπευτή.

  • γαντζώνομαι

    κρατιέμαι με δύναμη. αρπάζομαι από κάπου . δημιουργώ σχέση εξάρτησης. προσκολλώμαι σε (κάποιον)

    La anciana se aferró a la barandilla para no caerse.

    Η γριά γαντζώθηκε στο κιγκλίδωμα για να μην πέσει.

  • Less frequent translations

    • κρατιέμαι
    • εμμένω
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "aferrarse" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Add

Translations of "aferrarse" into Greek in sentences, translation memory