Translation of "agasajar" into Greek
κανακεύω, περιποιούμαι, τέρπω are the top translations of "agasajar" into Greek.
-
κανακεύω
ρήμα(γενικότερα) περιποιούμαι, καλοπιάνω, κάνω τα χατίρια
La madre agasajaba demasiado a la hija. El propio peso de sus culpas la había convertido en madre y esposa más cariñosa.
Η μητέρα κανάκευε υπερβολικά την κόρη της. Το ίδιο το βάρος της ενοχής της την είχε κάνει πιο στοργική μητέρα και σύζυγο.
-
περιποιούμαι
ρήμαφροντίζω κάποιον ή κάτι με ιδιαίτερη προσοχή
Y hoy vamos a agasajar a un abuelo ricachón no es porque tenga plata sino un gran corazón.
Και σήμερα θα περιποιηθούμε ένα ζάπλουτο παππού, δεν είναι επειδή έχει λεφτά αλλά επειδή έχει μεγάλη καρδιά.
-
τέρπω
Verb -
φιλοξενώ
ρήμα1. υποδέχομαι φιλικά και περιποιούμαι έναν ξένο στο σπίτι μου 2. παρέχω σε κπ. δωρεάν τόπο διαμονής
Cada vez que llegaba a su pueblo algún Maestro, lo agasajaba en su propio hogar y lo invitaba a su dojo para conocer las experiencias de otros estilos de arte marial y asimilar otras enseñanzas.
Κάθε φορά που ένας Δάσκαλος ερχόταν στην πόλη του, τον φιλοξενούσε στο ίδιο του το σπίτι και τον προσκαλούσε στο ντόχο του για να μάθει για τις εμπειρίες άλλων μορφών της πολεμικής τέχνης και να αφομοιώσει άλλες διδασκαλίες.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "agasajar" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "agasajar"
Phrases similar to "agasajar" with translations into Greek
-
περιποίηση