Translation of "alocado" into Greek
τρελός, άμυαλος, απερίσκεπτος are the top translations of "alocado" into Greek.
Muy tonto o insensato.
-
τρελός
επίθετο αρσενικό (-ή, ό)για να δηλώσουμε ένταση ή ποσότητα που ξεπερνάει συνήθ. το μέτρο. α. πολύ εύθυμος, ζωηρός: Τρελή αποκριά. Τρελό πανηγύρι / γλέντι. Τρελά τραγούδια / παιχνίδια. Τρελά νιάτα. β. πολύ δυνατός: ~ έρωτας. Φυσούσε ένας ~ αέρας. γ. πολύ γρήγορος: Τρελή κούρσα.
En este caso frente al amor alocado, febril y apasionado, el sentimiento que se repite en las películas españolas de la época es indiferente y difuso.
Σε αυτήν την περίπτωση, μπροστά από την τρελή, πυρετώδη και παθιασμένη αγάπη, το συναίσθημα που επαναλαμβάνεται στις ισπανικές ταινίες της εποχής είναι αδιάφορο και διάχυτο.
-
άμυαλος
adjective(κακόσ.) αυτός που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σύνεσης στις πράξεις και τη συμπεριφορά του
Era alocado e impulsivo y cometí un error, y estoy en proceso de intentar arreglar ese error.
Ήμουν άμυαλος και παρορμητικός και έκανα ένα λάθος και προσπαθώ να διορθώσω αυτό το λάθος.
-
απερίσκεπτος
επίθετογια κπ. που ενεργεί χωρίς περίσκεψη, χωρίς προηγούμενη λεπτομερή εξέταση· ασυλλόγιστος, αστόχαστος, επιπόλαιος
Era alocado e impulsivo y cometí un error, y estoy en proceso de intentar arreglar ese error.
Ήμουν απερίσκεπτος και παρορμητικός και έκανα ένα λάθος και προσπαθώ να διορθώσω αυτό το λάθος.
-
Less frequent translations
- ξέφρενος
- τρελαμένος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "alocado" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate