Translation of "arisco" into Greek

βλοσυρός, ακοινώνητος, αντικοινωνικός are the top translations of "arisco" into Greek.

arisco adjective masculine grammar
+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • βλοσυρός

    (γενικότ.) αυτός που δεν έχει φιλική διάθεση ή έκφραση

    Tiene una personalidad arisca, es muy huraño y solitario.

    Έχει μια βλοσυρή προσωπικότητα, είναι πολύ δύστροπος και μοναχικός.

  • ακοινώνητος

    adjective

    για ιδιόρρυθμο άνθρωπο που αποφεύγει τη συναναστροφή με τους άλλους ανθρώπους, που προτιμά να ζει απομονωμένος.

    Odia trabajar de cajero en el supermercado porque es muy arisco y no le gusta tratar con gente.

    Μισεί που εργάζεται σαν ταμίας στο σούπερ μάρκετ επειδή είναι πολύ ακοινώνητος και δεν του αρέσει να συναναστρέφεται ανθρώπους.

  • αντικοινωνικός

    adjective

    που αποφεύγει τις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους· (πρβ. ακοινώνητος).

    Pensaban que era demasiado arisco, pero en privado era muy buena persona.

    Νόμιζαν ότι ήταν υπερβολικά αντικοινωνικός, αλλά σε ιδιωτικό επίπεδο ήταν πολύ καλό άτομο.

  • Less frequent translations

    • ατίθασος
    • εχθρικός
    • κακότροπος
    • στριμμένος
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "arisco" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Add

Translations of "arisco" into Greek in sentences, translation memory