Translation of "cometido" into Greek

αγγαρεία, αποστολή, καθήκον are the top translations of "cometido" into Greek.

cometido noun verb masculine grammar

Deber asignado a alguien. [..]

+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • αγγαρεία

    noun feminine
  • αποστολή

    ουσιαστικό θηλυκό

    η ανάθεση σε άτομο ή άτομα συγκεκριμένης ενέργειας, συνήθως επίσημης ή σχετικά περίπλοκης ή απαιτητικής σε υπευθυνότητα. Επίσης η ανάθεση έργου που ίσως χρειάζεται να διεκπεραιωθεί κάπου μακριά

    Los soldados habían cumplido con su cometido.

    Οι στρατιώτες είχαν εκτελέσει την αποστολή τους.

  • καθήκον

    ουσιαστικό ουδέτερο

    1. αυτό που οφείλει να πράξει κάποιος, ακολουθώντας γραπτούς ή άγραφους κανόνες, τη συνείδηση ή τη θρησκεία, την κοινωνία, το έθιμο ή τον ηθικό νόμο 2. δεσμεύσεις επαγγελματικού, κοινωνικού κτλ. τύπου που έχουν τον χαρακτήρα ηθικής επιταγής

    Por último, deseó al Presidente el mayor éxito en sus nuevos cometidos.

    Τέλος, ευχήθηκε στον Πρόεδρο καλή επιτυχία στα νέα του καθήκοντα.

  • υποχρέωση

    ουσιαστικό θηλυκό

    αυτό που πρέπει να γίνει για κοινωνικούς, επαγγελματικούς, ηθικούς, νομικούς λόγους

    También es su cometido supervisar los estudios necesarios para la terminación de los proyectos.

    Επίσης είναι υποχρέωσή τους να επιβλέπουν τις μελέτες που είναι απαραίτητες για την ολοκλήρωση των έργων.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "cometido" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "cometido" with translations into Greek

Add

Translations of "cometido" into Greek in sentences, translation memory