Translation of "dicharachero" into Greek
ομιλητικός, πνευματώδης are the top translations of "dicharachero" into Greek.
persona que cuando habla
-
ομιλητικός
επίθετο αρσενικό (-ός, ή, ό)(για πρόσ.) που του αρέσει να μιλάει αρκετά, έτσι ώστε συνήθ. να είναι ευχάριστος στους άλλους
Dicharachero y bromista, Luis Enrique lanzó un mensaje de optimismo la víspera del crucial duelo contra Grecia.
Μήνυμα αισιοδοξίας έστειλε ο Λουίς Ενρίκε ομιλητικός και χωρατατζής, την παραμονή της κρίσιμης μονομαχίας με την Ελλάδα.
-
πνευματώδης
επίθετο αρσενικό (-ης, -ης, -ες)άτομο που χαρακτηρίζεται από εξυπνάδα και χιούμορ
Hombre de valores conservadores, pero dicharachero e ingenioso, de lenguaje llano y buen comunicador.
Άνθρωπος με συντηρητικές αξίες, αλλά πνευματώδης και ευφυής, με απλή γλώσσα και καλός στην επικοινωνία.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "dicharachero" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate