Translation of "enviciarse" into Greek
εθίζομαι, παθιάζομαι, στραπατσάρομαι are the top translations of "enviciarse" into Greek.
-
εθίζομαι
ρήμα(λόγ.) συνηθίζω σε κτ. και το επιζητώ
El problema es que me he enviciado, me he hecho ludópata y estoy lleno de deudas.
Το πρόβλημα είναι ότι έχω εθιστεί, έχω γίνει τζογαδόρος και είμαι γεμάτος χρέη.
-
παθιάζομαι
ρήμακαταλαμβάνομαι από φανατισμό, υπερβολική αγάπη για κάτι
Ahora, los niños se envician con los juegos digitales. Estos generan ansiedad y aunque sí los preparan para que sepan usar los aparatos, no aportan nada más.
Τώρα, τα παιδιά παθιάζονται με τα ψηφιακά παιχνίδια. Αυτά προκαλούν άγχος και παρόλο που τους προετοιμάζουν να γνωρίζουν πώς να χρησιμοποιούν τις συσκευές, δεν συνεισφέρουν τίποτα άλλο.
-
στραπατσάρομαι
ρήμαπαθαίνω μεγάλη ζημιά σε κτ., με αποτέλεσμα συνήθ. να παραμορφώνομαι
La falda se envició al estar mal doblada.
Η φούστα στραπατσαρίστηκε με το να είναι άσχημα διπλωμένη.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "enviciarse" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate