Translation of "estrellarse" into Greek
συγκρούομαι, συντρίβομαι are the top translations of "estrellarse" into Greek.
estrellarse
verb
-
συγκρούομαι
ρήμαγια μεταφορικό μέσο που προσκρούει σε κάποιο άλλο που έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση
El vehículo se estrelló pero no hubo víctimas.
Το όχημα συγκρούστηκε, αλλά δεν υπήρξαν θύματα.
-
συντρίβομαι
ρήμαπαθαίνω ολική καταστροφή από πτώση ή πρόσκρουση (για αεροπλάνο, αυτοκίνητο κτλ.)
El fuerte oleaje hizo que la balsa se estrellara contra las rocas.
Το ισχυρό κύμα έκανε να συντριβεί το σκάφος πάνω στα βράχια.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "estrellarse" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add