Translation of "fallo" into Greek

αποτυχία, απόφαση, βλάβη are the top translations of "fallo" into Greek.

fallo noun verb masculine grammar

Un fracaso golpear. [..]

+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • αποτυχία

    noun feminine

    Αστοχία στο να πετύχει κανείς κάτι.

    Si los resultados no son satisfactorios, admitiré que he fallado.

    Ωστόσο, αν αποδειχθούν ανεπαρκή, θα αποδεχθώ την αποτυχία μου.

  • απόφαση

    noun ουσιαστικό θηλυκό

    1. τελική επιλογή ή γνώμη για κτ., ύστερα από σκέψη ή συζήτηση 2. κρίση στην οποία καταλήγει κάποιο επίσημο όργανο, ύστερα από ορισμένη, τυπική διαδικασία

    El fallo será remitido al Ministerio de Justicia.

    Η απόφαση θα διαβιβαστεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

  • βλάβη

    noun feminine

    No creo que sea un fallo electrónico ni que alguien se haya vuelto loco.

    Δεν νομίζω ότι είναι βλάβη, ούτε κάποιος έπαθε αμόκ.

  • Less frequent translations

    • αστοχία
    • λάθος
    • αδυναμία
    • ελάττωμα
    • κρίση
    • βούλευμα
    • διατακτικό
    • λάθος (προγράμματος)
    • μηχανική βλάβη
    • σφάλμα (προγράμματος)
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "fallo" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "fallo"

Phrases similar to "fallo" with translations into Greek

  • ουρά συναλλακτικής αδρανούς αλληλογραφίας
  • Αποτυχημένα κράτη
  • κατάρρευση κτιρίου
  • ουρά αδρανούς αλληλογραφίας
  • Ρήγμα · αδυναμία · βλάβη · βραχυκύκλωμα · ελάττωμα · κουσούρι · ρήγμα · ρηγμάτωση · ρωγμή · σφάλμα
  • αμελώ · αποτυχαίνω · αποφαίνομαι · αστοχώ · γνωμοδοτώ · επιδικάζω · κρίνω · παραμελώ · χαλώ
  • έχω έλλειψη · σφάλλω
  • Ρήγμα · αδυναμία · βλάβη · βραχυκύκλωμα · ελάττωμα · κουσούρι · ρήγμα · ρηγμάτωση · ρωγμή · σφάλμα
Add

Translations of "fallo" into Greek in sentences, translation memory